7 Δεκ 2016

                                    Ορισμός της εξάρτησης
                   
                              Το βιολογικό μοντέλο

Η ιστορική αναδρομή μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε ότι  η  χρήση των ουσιών ήταν πάντοτε γνωστή στον άνθρωπο αλλά μόνο στη διάρκεια του εικοστού αιώνα πήρε μαζικές διαστάσεις. Η  εξάρτηση ως πρόβλημα ορίστηκε με όρους  ιατρικούς στη διάρκεια του 20ο αιώνα σε σχέση πάντοτε με τις κρατούσες ιατρικές και κοινωνικές παραμέτρους.
Η ανακάλυψη των συνθετικών ουσιών, η ιατρική χρήση ορισμένων  εξαρτησιογόνων ουσιών,  και η μεγάλη εξάπλωση του φαινομένου της κατάχρησης των ουσιών έστρεψαν την προσοχή  στα  βιολογικά   και ψυχολογικά  αποτελέσματα  των ουσιών ώστε να γίνει εφικτή η ταξινόμηση και περιγραφή της ασθένειας, δηλαδή της νοσολογίας της, και να προσδιοριστούν οι κατάλληλες θεραπευτικές μέθοδοι με στόχο την θεραπεία του ασθενούς. Έτσι διαμορφώθηκαν οι γενικές έννοιες και οι ορισμοί που περιγράφουν το φαινόμενο της εξάρτησης και υιοθετήθηκαν τα κριτήρια για να οριστεί  το εξαρτημένο πρόσωπο. (Γασγαλίδης, 2005).
 Σύμφωνα με  την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ) ,με τον όρο ναρκωτικά εννοούμε διάφορες χημικές ουσίες, φυσικές, ημισυνθετικές ή συνθετικές οι οποίες δρουν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ), με διεγερτική ή κατασταλτική δράση  και που ύστερα από συνεχή πρόσληψη οδηγούν σε ανοχή (tolerance), και εξάρτηση(dependence) φυσική ή ψυχική. (Νικολάου, 2004)
Με τον όρο ανοχή περιγράφεται η κατάσταση εξοικείωσης του οργανισμού με το ναρκωτικό, που χαρακτηρίζεται από την ανάγκη αύξησης της δόσης της ουσίας προκειμένου ο χρήστης να έχει τα ίδια αποτελέσματα με τις προηγούμενες δόσεις και παράλληλα να αποφύγει την εμφάνιση των στερητικών συμπτωμάτων τα οποία παρουσιάζονται όταν διατηρείται σταθερή η δόση. Με τον όρο εξάρτηση εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία η ανοχή έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε  είναι απαραίτητη η μόνιμη παρουσία του ναρκωτικού  για να λειτουργήσει σχετικά ομαλά ο χρήστης της ουσίας σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο.  Η αδυναμία έγκαιρης εξασφάλισης της απαραίτητης δόσης οδηγεί στην εμφάνιση του συνδρόμου στέρησης ή αποχής σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο. Στο σωματικό επίπεδο   συνίσταται σε έντονες σωματικές ενοχλήσεις  ενώ σε ψυχικό σε σφοδρή και ακατανίκητη επιθυμία για τη λήψη της ουσίας. (Νικολάου, 2004)
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (Π.Ο.Υ.) η εξάρτηση από ψυχοτρόπες ουσίες αποτελεί «ένα σύμπλεγμα γνωστικών, συμπεριφορικών και φυσιολογικών συμπτωμάτων που δείχνουν ότι το άτομο συνεχίζει τη χρήση της ουσίας παρά την ύπαρξη σημαντικών προβλημάτων που σχετίζονται με τη λήψη της. (Π.Ο.Υ., 1994).
Η διάγνωση της εξάρτησης σύμφωνα με το διαγνωστικό εγχειρίδιο ICD-10 προϋποθέτει τη συνύπαρξη τριών ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα συμπτώματα σε κάποια χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δώδεκα μηνών:
  • Έντονη επιθυμία ή επιτακτική ανάγκη λήψης της ουσίας.
  • Δυσκολίες στον έλεγχο της συμπεριφοράς λήψης της ουσίας σε σχέση με την έναρξη και τη διακοπή της ή το βαθμό χρήσης της.
  • Φυσιολογική κατάσταση απόσυρσης όταν διακοπεί η χρήση της ουσίας ή όταν ελαττωθεί η δοσολογία της , όπως εκδηλώνεται με το σύνδρομο στέρησης.
  • Αντοχή στην ουσία , διαπιστούμενη από το φαινόμενο ότι απαιτούνται αυξημένες δόσεις για το ίδιο αποτέλεσμα.
  • Προοδευτική παραμέληση εναλλακτικών πηγών ευχαρίστησης ή ενδιαφερόντων εξαιτίας της χρήσης  ψυχοδραστικών ουσιών και αύξηση προοδευτικά του χρόνου που διατίθεται για την απόκτηση ή λήψη της ουσίας ή για ανάνηψη από τις επιδράσεις της.
  • Επιμονή στη χρήση της ουσίας παρά τις αναμφισβήτητες ενδείξεις σοβαρών οργανικών, συναισθηματικών ή νοητικών βλαπτικών συνεπειών» . (Γασγαλίδης, 2005)
 Σήμερα γίνεται επίσης η διάκριση ανάμεσα στη χρήση, την κατάχρηση και την εξάρτηση  μια και θεωρείται ότι δεν θα πρέπει να ταυτίζονται μεταξύ τους.
Ωστόσο η έννοια του όρου addiction (εξάρτηση, εθισμός),  δήλωνε για αιώνες το να είναι κανείς  παραδομένος ή αφοσιωμένος σε κάτι, την έντονη ενασχόληση με οποιαδήποτε δραστηριότητα, η οποία μπορούσε να έχει θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα.  Επιπλέον η εξάρτηση ανάγεται σε μια έννοια του ρωμαϊκού δικαίου η οποία υποχρεώνει αυτόν που αδυνατεί να εξοφλήσει το χρέος του να πληρώσει με το ίδιο του το σώμα.(Alexander και Schweighofer, 1988, Ehrenberg, 2013)
 Στη συνέχεια  κατά το 18ο και 19ο  αιώνα, η λέξη χρησιμοποιήθηκε από το κίνημα της εγκράτειας και τα κινήματα κατά της χρήσης οπίου, μέσω των οποίων συνδέθηκε με τα ναρκωτικά, την αρρώστια και την ανηθικότητα, καθώς επίσης και τα στερητικά συμπτώματα και την ανοχή στην ουσία.  Αυτή η έννοια της εξάρτησης, δεν προέκυψε από νέες επιστημονικές ή ιατρικές ανακαλύψεις, όπως αφήνεται συχνά σήμερα να εννοηθεί, αλλά από τη ρητορική των προαναφερθέντων κινημάτων. (White,2000)
Στη διάρκεια  του 20ου αιώνα και ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες- το ουσιαστικό «εξαρτημένος» έχασε τη δηλωτική σημασία του και την αναφορά του σε ανθρώπους που έχουν μια ορισμένη συνήθεια και χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την απώλεια ελέγχου της συμπεριφοράς  σε σχέση με την κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών. Η  έννοια της εξάρτησης διευρύνθηκε  τη δεκαετία του 1960 για να συμπεριλάβει τις ουσίες οι οποίες δεν προκαλούσαν σωματική εξάρτηση αλλά ωστόσο η χρήση τους γνώρισε μεγάλη διάδοση. Επινοήθηκε η έννοια του ψυχολογικού εθισμού που οδήγησε στον χαρακτηρισμό ως εξαρτησιογόνων ουσιών που μέχρι τότε δεν χαρακτηρίζονταν ως εθιστικές.  Η έννοια της ψυχολογικής εξάρτησης προϋποθέτει την έννοια της σχέσης και της καταναλωτικής συμπεριφοράς ανεξάρτητα από το αντικείμενο. Ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών  που χαρακτηρίζονταν από την υποχρεωτικότητα στην επανάληψη εντάχθηκε στην κατηγορία τα εξάρτησης. Η απώλεια του ελέγχου είναι το κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας συμπεριφοράς ως εξαρτητικής. Η χρήση της έννοιας της ασθένειας χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την εξάρτηση από το φαγητό, τις διατροφικές διαταραχές, τις σεξουαλικές εξαρτήσεις αλλά και τις μη φαρμακευτικές εξαρτήσεις όπως τα τυχερά παιχνίδια και το διαδίκτυο.  (Alexander και Schweighofer, 1988, Ehrenberg, 2013)
Η εξέλιξη αυτή συνοδεύτηκε από τον ορισμό της εξάρτησης «ως χρόνιας υποτροπιάζουσας νόσου του εγκεφάλου»    και έχει ως συνέπεια την αντιμετώπιση της εξάρτησης όχι ως μιας  ηθικής αστοχίας  ή μιας  αδυναμίας  του χαρακτήρα αλλά ως ασθένειας για  την οποία το άτομο δεν ευθύνεται και από την οποία για να θεραπευτεί θα πρέπει να ζητήσει  ιατρική ή ψυχολογική βοήθεια. Στη δεκαετία του 1930 οι ΑΑ χρησιμοποίησαν την έννοια της ασθένειας για να περιγράψουν το πρόβλημα του αλκοολισμού. Αν και αναγνώρισαν  τη σημασία της συμβολής των ψυχοκοινωνικών και υπαρξιακών παραγόντων  μίλησαν  για μια ιδιαίτερη οργανική ευαισθησία που χαρακτηρίζει μια μικρή ομάδα βιολογικά προδιατεθειμένων ατόμων. Αυτή η άποψη βρήκε εμπειρική στήριξη από τον  E.M.Jellinek το 1960  ο οποίος έδωσε έμφαση στην απώλεια ελέγχου της συμπεριφοράς της κατάχρησης. Όμως, ο αρχικός σκοπός της νοσολογικής θεωρίας, όπως την διατύπωσαν οι ΑΑ, ήταν η βελτίωση της εικόνας που είχε η κοινωνία για τους αλκοολικούς (άρρωστοι άνθρωποι και όχι ηθικά αδύναμοι ή κακοί από τη φύση τους ), η εξασφάλιση μιας πιο ανθρώπινης αντιμετώπισης καθώς και η αύξηση των κονδυλίων  της δημόσιας υγείας για τη θεραπεία των χρηστών. Ήταν ένα επιχείρημα βασισμένο σε  μια μεταφορά σύμφωνα με την οποία η οι χρήστες υπέφεραν από μια φυσική ασθένεια  και όχι από έλλειψη θέλησης και ηθικής. Δυστυχώς αυτή η αναλογία της εξάρτησης προς την ασθένεια βαθμιαία αποτέλεσε την κυριολεκτική εξήγηση για τις διαταραχές της εξάρτησης ( Ford, 1996 ).
Στα μέσα του αιώνα η ιδέα της ασθένειας  υποστηρίχθηκε εκ νέου από την επιστημονική κοινότητα η οποία εξέφρασε το σύγχρονο κίνημα ενάντια στον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά. Η δημιουργία κρατικών φορέων και οργανισμών για την έρευνα και την εκπαίδευση πάνω σε ζητήματα του εθισμού εδραίωσε την αντίληψη νοσολογικής βάσης. Η θεραπευτική προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα ήταν αυτή της υποκατάστασης μιας ουσίας με  μια άλλη, καθώς ο εθισμός γίνεται πλέον αντιληπτός ως μια μεταβολική ασθένεια. Οι υποστηρικτές του μοντέλου της ασθένειας ισχυρίζονται  ότι η  προσέγγιση αυτή συνέβαλλε στον περιορισμό του στίγματος που συνοδεύει τη  χρήση των ουσιών και διευκολύνει έτσι τα εξαρτημένα πρόσωπα να ζητήσουν βοήθεια καθώς το ζήτημα της εξάρτησης είναι ιατρικό και όχι ηθικό.  Ωστόσο η αναγωγή της εξάρτησης σε ιατρικό και βιολογικό γεγονός συχνά χρησιμοποιήθηκε για την αποφυγή της ευθύνης και την δικαιολόγηση συμπεριφορών που συνοδεύουν την εξάρτηση αλλά κυρίως φαίνεται να αγνοεί  παράγοντες που σχετίζονται με την ανθρώπινη ύπαρξη στο σύνολο της. (Ζαφειρίδης, 2009)
Επίσης, η ψυχολογία στην προσπάθεια της να ενταχθεί στο ψυχιατρικό παράδειγμα που είχε αρχίσει να δημιουργείται μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο  και να εδραιωθεί ως επιστήμη - ούτως ώστε να συμμετάσχει και αυτή στην απορρόφηση των κονδυλίων που είχαν εγκριθεί για αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων που είχαν  δημιουργηθεί - ακολούθησε μια α-κοινωνική κατεύθυνση και ενστερνίστηκε πλήρως το νοσολογικό μοντέλο (Sarason,1981).  Έτσι, ακολουθώντας το θετικιστικό παράδειγμα, δημιούργησε ψυχολογικές δοκιμασίες για να κατατάξει τους ανθρώπους σύμφωνα με τις έννοιες της ψυχικής υγείας και της ψυχικής νόσου. Όμως η αποτίμηση και η θεραπεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι ανεξάρτητη από ιδεολογικά κριτήρια (Νασιάκου,1982, Ζαφειρίδης, 2009).
 Με βάση τη νοσολογική αντίληψη για την εξάρτηση, μπορούμε να εντοπίσουμε τρία βασικά σημεία όπου συμπυκνώνεται η επιχειρηματολογία περί ασθένειας: πρώτον, υπάρχει ιδιαίτερη βιολογική ευαισθησία στην εξάρτηση εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας του ατόμου να ελέγξει τη συμπεριφορά της χρήσης («απώλεια ελέγχου»). Δεύτερον, αυτή η βιολογική ευαισθησία δε μπορεί να θεραπευτεί. Τρίτον, η «απώλεια του ελέγχου» ενεργοποιείται από την ουσία (Ford, 1996 ).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου