6 Φεβ 2017


5-2-2017 Εισήγηση για τις φιλοσοφικές συναντήσεις                                            
                            
                            
                              Το καλό ή λόγος περί του καλού.
      
     Θα επιχειρήσω να μιλήσω για το ζήτημα του καλού ανιχνεύοντας τις οντολογικές του προϋποθέσεις, σε σχέση με το ερώτημα «ποιος είναι ο άνθρωπος;» μέσα από τη σκέψη του Πλάτωνα, του Πλωτίνου και του Κ. Γιάσπερς.     
                   

                             Ο Πλάτων
 
Η έννοια του καλού  αποτελεί μια θεμελιώδη έννοια στη σκέψη του πρώιμου  Πλάτωνα, η οποία σχετίζεται με τη Σωκρατική οντολογία, την έξοδο από τη σύγχυση της γνώμης των πολλών και τη θεμελίωση της προσωπικής και συλλογικής πράξης  σε μια καθολική πραγματικότητα,  η οποία εκφράζεται από τις Ιδέες ή Είδος. Οι Ιδέες  αναφέρονται σε έννοιες με σταθερό και γενικό περιεχόμενο, οι οποίες   περιγράφοντας  την  ουσία των όντων, αποκτούν καθολική ισχύ, ενώ παράλληλα  συγκροτούν  τη   διϋποκειμενικότητα, καθώς η φιλοσοφική πράξη,   ως πράξη αναζήτησης της αλήθειας, κατάκτησης της σοφίας και αναζήτησης του Αγαθού, είναι μια πράξη με δημόσιο και διαλεκτικό χαρακτήρα, η οποία  συμβάλλει στην ανακαίνιση και τη μεταβολή της ανθρώπινης ύπαρξης προς το καλύτερο,  διαμορφώνοντας αντίστοιχα  τη ζωή της πόλης μέσα  από τη συμμετοχή  του φιλοσόφου στην   κοινωνική και πολιτική ζωή.
Ο Πλάτων με το ερώτημα «Τι εστίν το  καλόν»  επιχειρεί να προσεγγίσει διαλεκτικά το Είδος, και να γνωρίσει  το καλό αυτό καθαυτό, το οποίο συνιστώντας μια οντολογική πραγματικότητα  γίνεται αιτία για είναι κάποιος αγαθός, καθώς η γνώση του καλού επιτρέπει σε κάποιον να πράττει το  καλό. [1] Ταυτόχρονα ο Πλάτων θέτει σε έλεγχο τους πολιτικούς και ηθικούς ισχυρισμούς των Σοφιστών, οι οποίοι  δεν εγείρουν αξιώσεις καθολικής εγκυρότητας και χαρακτηρίζονται από σκεπτικισμό και σχετικισμό, καθώς αναδεικνύουν σε μέτρο των πάντων τον παντοδύναμο άνθρωπο.[2]
Ωστόσο, η γνώση του καλού υποδεικνύει  ένα τρόπο διανοίγοντας μια οδό, δια της οποίας το καλό προσεγγίζεται ως σοφία.  Η αλήθεια των ανθρώπων και η  γνώση των όντων ορίζουν το καλό. Οι ιδέες δεν είναι μόνο καθολικές αρχές, αλλά και τρόποι του να δει κανείς το καλό, το οποίο αποτελεί και το υπόβαθρο της Σοφίας.[3]  Το καλό οφείλει να οριστεί με κριτήριο εκείνο το χαρακτηριστικό που είναι πάντοτε παρόν στην ύπαρξη του όντος και προσδιορίζει την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του.[4]
Σημείο έναρξης του Σωκρατικού ελέγχου είναι το ερώτημα για το καλό, το οποίο δεν μπορεί να απαντηθεί από τους πολλούς. Έγκυρη απάντηση μπορούν να δώσουν αυτοί που γνωρίζουν. Ο Πλάτων στο διάλογο ο Ιππίας  Μείζων,  εξετάζει το ζήτημα του καλού ελέγχοντας τις απόψεις του Σοφιστή Ιππία για το Όμορφο και το Αγαθό.  Ο έλεγχος αναφέρεται στο καλό ως όμορφο, ως ταιριαστό  προς μια κατάσταση ή κατάλληλο για χρήση, ως μια ζωή καλότυχη κατά την οποία κάποιος βιώνει έναν ευτυχισμένο  και ήρεμο θάνατο  στο πλευρό της οικογένειας του,  και  ως διακόσμηση ενός όντος με σκοπό να φαίνεται όμορφο. Είναι φανερό  ότι τα παραπάνω κριτήρια δεν πληρούν το κριτήριο της παρουσίας  ενός στοιχείου, το οποίο είναι πάντοτε παρόν και ορίζει το καλό. Μελετώντας όμως τη φύση των όντων, είναι δυνατό να ορίσουμε το καλό, ως το χρήσιμο, για την λειτουργία των όντων σύμφωνα με το σκοπό για τον οποίο υπάρχουν. Στο σημείο αυτό, αντιπαραβάλλει  τη δύναμη με την αδυναμία στη πολιτική ζωή και τη σοφία  προς την άγνοια. Ωστόσο, το χρήσιμο είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί για το κακό, και έτσι για να είναι καλό προστίθεται και το κριτήριο της ωφελιμότητας. Το καλό είναι το ωφέλιμο. «Ωφέλιμο είναι αυτό που κάνει  καλό.» [5]
Στη συνέχεια αναγνωρίζεται ότι το όμορφο  δεν είναι δυνατό να αποτελέσει πηγή του  καλού, καθώς αν ήταν το καλό θα έπρεπε να είναι όμορφο.  Ακολούθως, το καλό εξετάζεται σε σχέση με το ευχάριστο και την ικανοποίηση των αισθήσεων, αναγνωρίζοντας ότι συμμετέχουν στο καλό χωρίς ωστόσο να μπορούν να αποτελέσουν το καλό καθαυτό. Ο Σωκράτης υποστηρίζοντας την προσωπική ύπαρξη του όντος και αναφερόμενος στο ζήτημα του Ενός και των πολλών, θα υποστηρίξει ότι κάθε υποκείμενο που φέρει το καλό είναι καλό από μόνο  του. Το καλό βρίσκεται στο ωφέλιμο, και ωφέλιμο θα πει εκείνο που κάνει το καλό. Στο τέλος του διαλόγου  ο Ιππίας, θα υποστηρίξει ότι όμορφο και το καλό ταυτίζεται με τη σκοπιμότητα, την καταξίωση εντός της πόλης και την επίτευξη  των υλικών επιδιώξεων. Αντίθετα, ο Σωκράτης θα υποστηρίξει ότι το καλό είναι η αναζήτηση της αλήθειας, η αυτογνωσία, η μέριμνα για τη ψυχή,  ενώ παραμένει στην Σωκρατική άγνοια. Το καλό ως ορθώς  πράττειν και λέγειν είναι ταυτόχρονα δίκαιο, σώφρον, όσιο, ανδρείο γιατί συμμορφώνεται με το δικαϊκό  σύστημα της πόλης, το οποίο ωφελεί τον κοινό βίο διασώζοντας την κοινή ομολογία στην οποία στηρίζονται οι δημοκρατικές αρχές της πόλης.
Το καλό λοιπόν,  γίνεται προσωπική υπόθεση αναμέτρησης  με την άγνοια, την αρνητικότητα,  και τις προκαταλήψεις των πολλών, η οποία αποκτά συνέχεια στο χρόνο και περιλαμβάνει  ολόκληρο τον άνθρωπο ως ενότητα παρουσίας, δράσεων και σχέσεων. Συνδέεται με την αναγνώριση του καθολικού Λόγου ο οποίος αποτελεί την ουσία του υποκειμένου, με τον οποίο δεσμεύεται η πράξη που απορρέει από τον νοείν.  Η δέσμευση αυτή στο κοινό Λόγο, δεν πραγματοποιείται εξωτερικά,  ως μια αποδοχή ηθικών κανόνων, αλλά εκφράζει την ελευθερία του ανθρώπου και τη δυνατότητα του να θέτει σκοπούς και στόχους σε σχέση με την αρχική αίτια της ύπαρξης του και την κοινωνία μαζί της. Το καλό συνιστά το τέλος του ανθρώπου όταν πραγματώνει την ουσιαστική μορφή  του, όταν είναι αγαθός.
                                            
                                            Ο Πλωτίνος

Ο Πλωτίνος  στις Εννέαδες εξετάζοντας το ζήτημα του καλού, υποστηρίζει ότι το καλό  είναι η κατά φύση ενέργεια της ζωής, η οποία για τον άνθρωπο αναφέρεται στην ενέργεια της ψυχής και τη ζωή  αυτή καθαυτή. Το καλό  έχει τις οντολογικές του καταβολές στην πραγματικότητα του Αγαθού και  γνωρίζεται  από την άποψη της αιωνιότητας.[6]  Το Αγαθό αναφέρεται  ως   μια πραγματικότητα επέκεινα της φυσικής,  η οποία ωστόσο αποτελεί την οντολογική αρχή και την έσχατη πραγματικότητα,  από την οποία εξαρτώνται τα πάντα και η οποία αποτελεί  το μέτρο  των πάντων. [7]  Το καλό συνδέεται με την οντολογική περιοχή που αποτελείται από το Αγαθό, το Νου και την Ψυχή,  εντός της οποίας κακό δεν υπάρχει. Το Αγαθό προσεγγίζεται από την ψυχή, η οποία αποτελεί και το ανώτερο μέρος του όντος. Η  ψυχή καθώς είναι τέλεια, τείνει προς το τέλειο και συλλαμβάνει το καλό, όχι μόνο σε σχέση με τον εαυτό της, αλλά και σε σχέση με την καθολική πραγματικότητα.[8]  Το Αγαθό έτσι, γίνεται αντιληπτό με όρους απολύτου, υπερβαίνοντας τη σχετικότητα της  ανθρώπινης σύλληψης του  καλού.  Η στροφή προς το τέλειο Αγαθό πραγματοποιείται όταν  ο άνθρωπος  κατευθύνει τις ενέργειες του προς αυτό και   μετέχοντας στην τελειότητα του   ομοιάζει  με αυτό.  Η κίνηση αυτή συνδέεται με την αλήθεια, τη γνώση και την απόκτηση της σοφίας, η οποία επιτρέπει την κατάκτηση του μέτρου, την αρμονίας, και της ισορροπίας  που αποτελούν τα χαρακτηριστικά του Αγαθού. Η  μετοχή  στο Νου, ο οποίος κατέχει τους λόγους των όντων, νοείται  όχι ως απλή συλλογιστική και υπολογιστική ικανότητα, αλλά, ως νόηση που αναφέρεται στη θέαση του Αγαθού. Νοήμων είναι αυτός που θεάται το Αγαθό και επιθυμεί να κατανοήσει τη βαθύτερη φύση των πραγμάτων.[9] Η ψυχή καθώς γνωρίζει την ουσία των όντων, αντικρύζει την ύπαρξη του Θεού, μεταμορφώνεται σύμφωνα με το Αγαθό αποκτώντας ανδρεία, δικαιοσύνη, σωφροσύνη, σεμνότητα και αιδώ, οι οποίες διαχέονται στη ψυχή που καθίσταται ήρεμη, γαλήνια  και απαθή.[10]  Αντίθετα, η  ανθρώπινη αντίληψη για το καλό σκοτίζεται από τα άλογα πάθη,  τα οποία δημιουργούν λανθασμένες αντιλήψεις για το καλό και το κακό. Η κακία αναφέρεται στην υλική επιφάνεια της ζωής και λαμβάνει τη μορφή του άμετρου, του αδιαμόρφωτου και του συγκεχυμένου. Η δειλία, η ακολασία, και τα υπόλοιπα πάθη  τυφλώνουν τη ψυχή,  η οποία εκλαμβάνει  ως καλό αυτό που επιθυμεί και ως κακό αυτό το οποίο αποφεύγει.[11]  Αντίθετα, η απομάκρυνση από την υλική επιφάνεια της ζωής, στην οποία επικρατεί η αταξία, και η ζωή σύμφωνα με τη φρόνηση, τη δικαιοσύνη και τη ευσέβεια μας επιτρέπουν τη ύπαρξη σύμφωνα με την αρετή,  η οποία μας εισάγει στη ζωή του  Αγαθού.( Πρόκειται για μια διπλή  κίνηση).  Το Αγαθό έτσι, αποτελεί μια διαφορετική οντολογική πραγματικότητα, η οποία αποτελεί το Είναι, από το Κακό το οποίο αποτελεί το αντίθετο του και  ταυτίζεται με το μη Είναι.[12]  Η ψυχή αφήνοντας τον κόσμο των αισθήσεων ανεβαίνοντας προς το κάλλος των νοητών,  καθίσταται ικανή να αντιλαμβάνεται την ομορφιά της αρετής,  καθώς προσλαμβάνει με αγάπη, τις αρετές της δικαιοσύνης και της σωφροσύνης. Ο άνθρωπος προσεγγίζοντας το Αγαθό και  κατευθύνοντας τις ενέργειες του προς αυτό ομοιώνεται με το θεϊκό στοιχείο της ύπαρξης του  και κατακτά την ωραιότητα, η οποία στην ανθρώπινη ψυχή αναφέρεται στις  αρετές, της ισορροπίας, του μέτρου και της γνώσης του καλού και το κακού.  Από την άποψη αυτή η φιλοσοφία ως αναζήτηση της σοφίας, δηλαδή ως γνώση και κατανόηση της βαθύτερης ουσίας  των όντων  οδηγεί στο καλό από τη σκοπιά  της αιωνιότητας και της  διατήρησης της ζωής.  Στη τελική του μορφή το καλό μας οδηγεί στην υπέρβαση του φόβου του θανάτου, διότι η όντως ζωή βρίσκεται στο Αγαθό. Η υπέρβαση του φόβου του χωρισμού της ψυχής από το σώμα είναι το αποτέλεσμα της βίωσης του καλού από τον άνθρωπο. Παρατηρούμε, ότι το καλό από την άποψη των μεταφυσικών προϋποθέσεων συνδέεται με την ευρύτερη τάξη του κόσμου και  αναφέρεται στη σχέση με το θεϊκό στοιχείο, την  αγάπη, τη γνώση, την αλήθεια και  τη διατήρηση της ζωής στην προοπτική της αιωνιότητας.

                                        Ο Γιάσπερς
Σύμφωνα με τον Γιάσπερς, η απόφαση ανάμεσα στο καλό και το κακό αφορά την ίδια την ουσία του ανθρώπου και αποκαλύπτει το ίδιο το απόλυτο. Το καλό αναφέρεται στο απόλυτο ως πράξη, η οποία θεμελιώνεται σε κάτι, έναντι του οποίου η ζωή ως όλον γίνεται σχετική και παύει να αποτελεί  το μέτρο των πραγμάτων. Υπό το φως του απόλυτου, η εμπειρική ύπαρξη μετατρέπεται σε υλικό της ιδέας, της αγάπης, της πιστότητας. Αναζητά το αιώνιο νόημα και εγκαταλείπει τη σχετικότητα και την τυχαιότητα της κοινής ζωής. Η εκλογή του απόλυτου πραγματοποιείται μέσω της θυσιαστικότητας  και της άρνησης των στοιχείων του κόσμου ακόμα και της ίδιας της ζωής. Παράδειγμα η θυσία των ανθρώπων για την εγκαθίδρυση  μιας δικαιότερης κοινωνίας, η οποία ωστόσο κλονίστηκε και επέφερε το κενό. Η σωτηρία από το κενό βρίσκεται στην προσωπική μεταμόρφωση και την ανακάλυψη της ελευθερίας μέσα στο αυθεντικό Είναι και το θεμέλιο των αποφάσεων του. Η θυσιαστικότητα αυτή  βρίσκει την έκφραση της στο πρόσωπο του Σωκράτη  ο οποίος υπακούοντας στον κοινό Λόγο και με την αγνωσία του ουδέν οίδα πέθανε διακινδυνεύοντας τα πάντα για την πίστη του. Η θεμελίωση αυτή στο αυθεντικό Είναι και την αποκάλυψη του νοήματος του, εμφανίζεται η απάντηση για το πώς πρέπει να πράξω. Στο ερώτημα πως πρέπει να πράξω η απάντηση δίνεται κάθε φορά με μέτρο την αυθεντικότητα του Είναι.  Η μετοχή στο Απόλυτο, φωτίζει τη συνείδηση και επιτρέπει την απόφαση στο φως της αιωνιότητας.  Το Απόλυτο δεν βρίσκεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου, αλλά προκύπτει  δια του στοχασμού, του εσωτερικού φωτισμού και της υπερβατικής του θεμελίωσης. Η εννόηση του Απόλυτου πραγματοποιείται δια του φωτισμού της συνείδησης, που περιλαμβάνει μια κίνηση παράδοσης, η οποία  επιτρέπει  τον περαιτέρω φωτισμό της συνείδησης. Το Απόλυτο προσεγγίζεται από τον άνθρωπο που υπερβαίνει τον εαυτό του και μεταβάλλει τη βίωση του αισθήματος του χρόνου καθώς εμφανίζεται μέσα στο χρόνο και στις οριακές  καταστάσεις, προσδίδοντας στο χρόνο την στιγμιαία αντίληψη του, καθώς κάθε στιγμή ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ξαναρχίσει από την αρχή καθώς συνειδητοποιεί την κλίση του Απόλυτου.  Υπο το πρίσμα αυτό το καλό συνδέεται  με την ζωή που συνδέεται με το ηθικώς έγκυρο και  ταυτιζεται με το απόλυτο. Η έξοδος από την εμπειρική ύπαρξη που είναι παραδομένη στις απολαύσεις και τις παρορμήσεις των αισθήσεων, και η οποία ταυτίζεται με το κακό, ανεξάρτητα από το αν είναι καλότυχη ή κακότυχη, σηματοδοτεί την εσωτερική μεταμόρφωση που εισάγει τον άνθρωπο στο καλό. Επιπλέον, το καλό είναι η αποδέσμευση από την υπεράσπιση  των συμφερόντων της εμπειρικής ύπαρξης και την έξοδο από τη σχετικότητα της ευτυχίας με τη καλλιέργεια της θυσιαστικότητας αυτού που είναι πολύτιμο για τον καθένα προκειμένου δια της απόφασης να επιστρέψει στο αυθεντικό απόλυτο. Τέλος, το καλό αναδεικνύεται ως αγάπη, ως θέληση για την ουσιαστική πραγματικότητα. το καλό λοιπόν αναφέρεται στο ήθος, την ηθική και τη μεταφυσική. Ο άνθρωπος κάθε φορά που διαλέγει  την ουσιαστική ύπαρξη διαλέγει μεταξύ του  μίσους και της αγάπης.  Η αναποφασιστικότητα και ο  κλυδωνισμός μεταξύ των δύο καταστάσεων ταυτίζεται με το κακό καθώς μας καθηλώνει στην αναυθεντική ύπαρξη. Ο άνθρωπος φωτίζεται και καθώς φωτίζεται διακρίνει το κακό από το καλό. Γίνεται ο ευατός του όταν αποφασίσει  που θέλει να πάει και τι θέλει να κάνει. Η απόφαση που αναφέρεται στο ήθος θεμελιώνεται μέσω του συλλογισμού. Στην ηθική  προσέγγιση αναγεννά την καλή του θέληση να ακολουθήσει το καλό και τέλος στην μεταφυσική του συνείδηση διαλέγει το σωστό και ζει δια της αγάπης. Η αγάπη φαίνεται  ότι περικλείει όλα τα υπόλοιπα. Η πειθαρχία και η κυριαρχία απέναντι στα πάθη μας, και η αίσθηση του καθήκοντος αποκαθαίρει το ηθικό κίνητρο και μας προφυλάσσει από την διαλυτική βούληση του μίσους και του μηδενισμού. Η υπέρβαση του μηδενισμού δια της αγάπης, σηματοδοτεί το απόλυτο το οποίο γίνεται ταυτόσημο με την αυθεντική πραγματικότητα. αυτό που αγαπάω θέλω να  υπάρχει και για να γνωρίσω αυτό που πραγματικά υπάρχει θα πρέπει να το αγαπήσω.
Βιβλιογραφία
Γιάσπερς,Κ.  Εισαγωγή στη Φιλοσοφία. ( Χρ. Μαλεβίτσης,Μτφρ.) Δωδώνη,1968.

Πλάτων, Ιππίας  Μείζων. ( Χρ.Καρούζος,  Ι. Κακριδής, Μτφρ,). ΑΠΘ, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη, 1973.

Πλωτίνος, Εννεάδες, ( Α. Δαλεζίου,Μτφρ.)  Τομ΄Β΄Πάπυρος, Αθήνα,1995

















[1] Πλάτων, Ιππίας  Μείζων. ( Χρ.Καρούζος,  Ι. Κακριδής, Μτφρ,). ΑΠΘ, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη, 1973, σ. 12
[2] Αυγελής,Ν.  Εισαγωγή στη Φιλοσοφία. Θεσσαλονίκη, 2005, σ.178
[3]  Η Αγία Γραφή, Παροιμίες, γ΄13, : «Μακάριος ο άνθρωπος όστις απέκτησε σύνεσιν» Παροιμίες, η΄13: « Ο φόβος του Κυρίου είναι να μισεί τις το κακό αλαζονεία και αυθάδεια και διεστραμμένον στόμα εγώ μισώ»
[4] 'Αναφορά στά παραδείγματα πού έδωσε πιό πάνω (301 a). 'Από αυτά, τά πρώτα αναφέρονται στην ουσία, στό τί είναι κανείς (δίκαιος, όίδικος, γερός), τά δεύτερα στό τί παθαίνει κανείς (αρρωσταίνει, πληγώνεται, δέρνε­ται κτλ.
[5] Πλάτων, ό.π., σ.25
[6] Η κίνηση της Ψυχής, η οποία εισάγει τα όντα στην ύπαρξη σύμφωνα με τη  Φύση,  ταυτίζεται με  την ύπαρξη του χρόνου,  εντός του οποίου υπάρχουν τα όντα, αποτυπώνοντας στην υλική πραγματικότητα την αιώνια ύπαρξη των Ιδεών.
[7] Πλωτίνος, Εννεάδες, ( Α. Δαλεζίου,Μτφρ.)  Τομ΄Β΄Πάπυρος, Αθήνα, σ.221
[8] Στο άλογο μέρος της ψυχής εδρεύει το κακό. Η ψυχή δέχεται το κακό λόγω έλλειψης μέτρου ή υπερβολής. Η ακολασία, η δειλία, και τα υπόλοιπα ελαττώματα της ψυχής, πάθη ακούσια, δημιουργούν αντιλήψεις εσφαλμένες και γίνονται αιτία η ψυχή να εκλαμβάνει ως αγαθά και κακά εκείνα τα οποία επιθυμεί και εκείνα τα οποία αποφεύγει.  Πλωτίνος, σ.227
[9] Στο ίδιο, σ. 217
[10] Στο ίδιο, σ. 223, 203
[11] Στο ίδιο, σ. 227
[12] Στο ίδιο,σ.235

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου